Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

αυτό το αναφαίρετα δικό μου λάθος...


~*~

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά

έλα πάρε και μένα

βέβαια παιδί δεν είμαι

άλλο ζήτημα τώρα

αν όλο ζητώ

όλο θέλω

όλο ρωτώ το ακατανόητο

γιατί

γιατί δεν είναι θάλασσα η ξηρά

γιατί δεν είναι τρυφερή η ξηρασία

γιατί όταν προσθέτω

λίγο πιο έντονο κόκκινο στο κόκκινο

το κέρδος μου ξεβάφει

σαν παιδί τσιρίζω

το θέλω το θέλω

είναι δικό μου

αλλά παιδί δεν είμαι

άλλο ζήτημα τώρα
αν τη νύχτα κλαίω

και σα να είμαι παιδί που
ακόμη δε μιλά

δεν ξέρω να αρθρώσω αν πονάω ή αν απορώ

ναι παιδί δεν είμαι


άλλο θέμα αν

όταν μου φωνάζουν

μη εκεί,μη,κάνει τζιζ

εγώ όλο εκεί βάζω το χεράκι μου

είμαι περίεργη να καεί το χεράκι μου

κι επειδή αυτό το αναφαίρετα δικό μου λάθος

ποτέ του δε θα μεγαλώσει

γι΄αυτό λέω χεράκι μου αντί χέρι...

(Κική Δημουλά:Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)


Ετικέτες ,

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Στο Πρίν-Στο Μετά-Τώρα...



~*~


...ΕΝΑ εκατομμύριο λέξεις έχω να πω, ένα εκατομμύριο θάλασσες.

Ένα εκατομμύριο λάθη στο σακάκι μου,

μα «ας είναι που φεύγεις η τελευταία αυτή φορά»...

~*~

...ΤΟ ΜΥΑΛΟ μου επικίνδυνο για τις γειτονιές τις παλιές.

Εκεί που τα άτυχα παιδιά

Κοιτάζονται στα μάτια...

~*~


...ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ...

Περίσσια μας φάνηκαν τα φώτα.

Ώρα χαράματα ιδρωμένοι σηκωθήκαμε

και σβήσαμε τον ήλιο...

~*~

...ΧΙΛΙΟΙ και δύο τρόποι υπάρχουν να αγαπάς

μα απ' αυτούς δεν έμαθες κανένα...

~*~

...ΔΕΝ καταλαβαίνω πώς όλα προλαβαίνουν να συμβούν

μέσα στο γέλιο και το κλάμα σου...

~*~


...ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ λιγόστεψε

κι άλλο πια δεν βαστάει τις παραξενιές σου να μετράει

και με κούφια λόγια να σε ντύνει το πρωί...

~*~

...ΚΑΠΟΙΟΣ πίστεψε σε μένα,

και έχει αρχίσει στη θάλασσα αναταραχή.

Σου 'πα μην λες το όνομά μου πολύ

Αν το ακούσει η Ζωή, θα τρομάξει...

~*~

...ΜΟΥ 'μαθες τα αρχικά της καληνύχτας,

και ξέρω τώρα πια πότε νυχτώνει...

~*~

...ΠΟΝΑΩ σε γόνατα, δάχτυλα, χείλη.

Μα πιο πολύ πονάω που έφυγες πριν ένα λεπτό,

χωρίς να δεις που πονάω να πονέσεις...

~*~

...ΤΗ ΝΥΧΤΑ που διάλεξες να με ερωτευτείς

ήμουν ακόμα παιδί,

από άγνωστη ήσουν για μένα φυλή

και ανάποδα έβαζες τα βράδια το σταυρό σου...

~*~

...ΕΧΩ πια χάσει την αίσθηση του χρόνου,

την έχω αφήσει στο παγκάκι της γειτονιάς.

Εις γνώσιν μου κείτεται εκεί τα τελευταία οχτώ χρόνια.

Αν είναι εκεί! Κι αν είναι οχτώ!

Αφού έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου...

~*~

...ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΑΙ για σένα χρόνια κάτω από πάγους

και διατηρούμαι για σένα στα πιο βαθιά κρύα νερά

που κοιμάμαι και ξυπνάω δε ρωτάς

και έχω παγώσει τόσα χρόνια για σένα

απ' την κορφή ως τα νύχια ολοκληρωτικά...

~*~

...ΤΟ ΠΡΙΝ, το μετά και το τώρα

ώρες πολλές μίλησαν και δεν τα βρήκαν...

~*~

...ΜΙΑ φορά και έναν καιρό

της Αγάπης ζήτησα να μ' αγαπήσει.

Την βάφτισα κάτι ολότελα απλό

που έμελλε να γίνει το όνομά σου...

~*~

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ-"ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΧΙΟΝΙ"


Ετικέτες ,

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

Αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς







Πριν χρόνια έβλεπα τον κόσμο από ψηλά. Πέταγα με τα καινούργια μου φτερά κι ατένιζα περήφανη τον ήλιο.
Έπαιζα με τα σύννεφα και χανόμουν μεσα στα απαλά λευκά τους χρώματα.

Κυνηγούσα το ουράνιο τόξο ψάχνοντας να βρω το τέλος, την αρχή του. Αναζητούσα την πηγή του για να βουτήξω μεσα της και να λουστώ με τα πολύχρωμα νερά της, να αποκτήσω κατι από την λάμψη του, να μείνω για παντα εκεί ψηλά να χαίρομαι το ελαφρύ αεράκι να μου χαϊδεύει το πρόσωπο.

Μα όλα τα όνειρα εχουν ένα τέλος.
Με ζήλεψαν τα αστέρια κι ο άνεμος, με χτύπησε ο Έρωτας κι ένα του βέλος τρύπησε μεμιάς και τα δυο μου φτερά. Έπεσα στροβιλίζοντας και μισοζαλισμένη.

Βρέθηκα να περπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους με σκυμμένα κεφάλια και θολό βλέμμα.
"Δεν πειράζει" έλεγα, "τώρα δεν είμαι μόνη μου, δεν πετάω ψηλά ελεύθερη αλλα έχω μια αγκαλιά να με κρατά τα βράδια. Έχω κι εγώ κάποιο να του κρατάω το χέρι, να νιώθουμε μαζι την άμμο στα γυμνά μας πόδια και την δροσιά της θάλασσας τα καλοκαίρια."

Κοίταζα τα σύννεφα, τον ήλιο από χαμηλά και όμως δεν με πείραζε, έβλεπα τα πουλιά να με καλούν να παίξουμε εκεί ψηλά κι έλεγα "όχι, τώρα εδώ θα μείνω, μαζι του για παντα."

Ήρθε όμως η ώρα που όλα χάθηκαν, τα πήρε μαζι του κι έφυγε μια μέρα κι εγώ απέμεινα μόνη μου να τον κοιτάζω να χάνετε, να σβήνει η μορφή του στο βάθος του ορίζοντα. Κοίταξα πάλι εκεί ψηλά.

"Δεν πειράζει",σκεφτηκα, "θα ξαναπάω στα σύννεφα, θα παίξω πάλι με τα αστέρια, θα νιώσω το αεράκι να μου ψιθυρίζει τα μυστικά του ήλιου και τις ζαβολιές του φεγγαριού."

Έκανα να πετάξω μα έμεινα στο χώμα. Ο χρόνος πέρασε και γω δεν γιάτρεψα τα φτερά μου. Τα άνοιξα και είδα τις τρύπες τους. Έτρεξα εδώ, έτρεξα εκεί να βρω, να μάθω να ρωτήσω πώς να τις κλείσω.

Κανείς δεν ήξερε να μου πει. Όλοι με κοίταζαν με λύπη.
-Τώρα είναι αργά, μου έλεγαν, τώρα ο καιρός πέρασε και η τρύπες μεγάλωσαν, σκλήρυνε η σάρκα γύρω τους και δεν θα θρέψουν ξανά. Τρόμαξα πολύ κι έφυγα.

Ανέβηκα σε βουνό ψηλό και κοίταξα από ψηλά τον κόσμο, ήταν όμορφα μα ψεύτικα. Δεν πετούσα, έμενα ψηλά μα ακίνητη. Ήρθε ο άνεμος, τον ρώτησα.
-Τώρα είναι αργά μου είπε κι αυτός.

Φώναξα στα πουλιά για να μου πούνε, παντα η ίδια απάντηση.
-Είναι αργά.
Έζησα τον εφιάλτη, είδα το τέλος κι έφυγα ξανά. Πήγα στο δάσος μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και χώθηκα σε μια συστάδα δέντρων.

Τα χρόνια πέρναγαν κι εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να ανοίγω τα φτερά μου, δεν σταμάτησα ποτέ να προσπαθώ να πετάξω.
Κάποια στιγμή τα κούνησα, τα κοίταξα ετσι μεγάλα αλλα αδύναμα, με τρύπες και λύγισα. "Όχι εγώ θα πετάξω" έλεγα και φώναζα σε όλους.
"Ποτέ δεν είναι αργά αρκεί να το θέλεις."

Βρήκα ένα γερο να με κοιτά απορημένος.
-Θέλεις να πετάξεις; με ρώτησε.
-Ναι του είπα, με όλη την δύναμη της ψυχής μου. Αλλα πως;
-Τι πως; Άνοιξε τα φτερά σου και πέταξε.
-Μα εχουν τρύπες, πληγές παλιές που δεν ξέρω πώς να τις γιατρέψω πια. Άργησα και ο χρόνος πέρασε.

Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:
-Δεν φταίνε οι τρύπες κόρη μου. Ξέχασες πώς να πετάς.
-Μα δες τες, του είπα. Είναι μεγάλες. Με πέτυχαν τα βέλη του έρωτα και έπεσα στην γη.

-Αχ παιδί μου, λαθος έκανες. Ο σωστός έρωτας δεν σε προσγειώνει, αντίθετα σου δίνει φτερά, σε βοηθάει να πετάξεις. Δεν σε κατεβάζει στην γη.

-Εκεί ψηλά που πέταγα ήμουν μόνη μου, δεν είδα άλλον γύρω μου.
Δεν υπήρχε κανείς για να του δώσω την αγάπη μου. Κοίταξα κάτω και είδα ένα πρίγκηπα. Ήταν όμορφος στα μάτια μου, με κάλεσε κοντά του να παίξουμε στην λίμνη του, αλλα εκεί περίμενε ο φτερωτός ο κυνηγός που έστησε το δόκανο στην λίμνη.
Δεν τον είδα.

-Κοίταξες κάτω, είπε ο σοφός γέροντας, γι αυτό. Συμβιβάστηκες. Δεν κοίταξες πιο πάνω. Αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς. Αυτό μάθε το.
Άντε τώρα είναι ώρα να φύγεις, πέτα λοιπόν και πρόσεχε.

Τον άκουσα, τον πίστεψα και άνοιξα πάλι τα φτερά μου. Τα κούνησα και είδα το έδαφος να απομακρύνετε. "Πετάω και πάλι", σκέφτηκα.

Πέρασα μεσα από τα σύννεφα, είδα ένα αλήτη σπουργιτάκο να με κοιτά σαστισμένος αλλα χαρούμενος.
-Πετάει ξανά, τιτίβισε και ο αντίλαλος της φωνής του γέμισε τον αέρα.

Κοίταξα πάλι προς τα κάτω αλλα θυμήθηκα τα λόγια του γέρου.
Άφησα τις αχτίδες του ήλιου να με ζεστάνουν, άκουσα το αεράκι να μου ψιθυρίζει τις απιστίες της σελήνης, ξάπλωσα στα μαλακά σύννεφα κι ένοιωσα χαρούμενη.

Κάθε φορά που το βλέμμα μου έπεφτε προς τα κάτω άκουγα στ' αυτιά μου την φωνή του γέρου.

-ΠΡΟΣΕΧΕ, ΑΝ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΕΣ ΝΑ ΠΑΣ, ΘΑ ΠΑΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΣ.



(Από το διαδύκτιο)


Ετικέτες ,